Στην εποχή μας ο ρόλος του πατέρα και της μητέρας έχει αλλάξει ριζικά και κατά συνέπεια η σχέση γονέων-παιδιών έχει εξελιχθεί διαφορετικά. Ο πατέρας πλέον δεν είναι ο «κουβαλητής», ούτε ο μοναδικός υπεύθυνος για την διαβίωση της οικογένειας. Ο ρόλος αυτός παλαιότερα του προσέδιδε ένα κύρος και μια εξουσία απρόσιτη. Σήμερα, η πατρική «φιγούρα» είναι πιο προσιτή, πιο οικεία ,πιο ανοιχτή στον διάλογο. Επίσης και ο ρόλος της μητέρας έχει αλλάξει. Η μητέρα δεν είναι ο «φροντιστής» όλων των άλλων, η οποία αφιερώνει την ζωή της στην οικογένεια θυσιάζοντας τις δικές της επιθυμίες. Η μητέρα μπορεί παράλληλα με την οικογένεια της να ασχοληθεί με την προσωπική της εξέλιξη και την καριέρα της κι έτσι να μεταδώσει στα παιδιά της ένα διαφορετικό μήνυμα και νόημα ζωής από αυτό που μετέδιδαν οι μητέρες σε παλαιότερες εποχές.
Αυτές οι αλλαγές έχουν φέρει μια θετική εξέλιξη στη σχέση γονιών-παιδιών καθώς ο διάλογος και η κατανόηση παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Παρόλη αυτή την καινούργια συνθήκη, οι γονείς πολλές φορές φαίνονται συγχυσμένοι στον ρόλο τους, αδύναμοι να θέσουν τα όρια και να παίξουν έναν καθοδηγητικό και ουσιαστικό ρόλο. Στην σημερινή εποχή φαίνεται σα να μην υπάρχει διάκριση μεταξύ των γενεών. Φαίνεται σαν η σχέση γονέων -παιδιών να ταυτίζεται, κι αυτό είναι κάτι που μπερδεύει τα παιδιά τα οποία με τον δικό τους τρόπο αποζητούν τον συμβολικό ρόλο των γονιών τους. Με την συμπεριφορά τους είναι σα να ρωτούν επίμονα: «Υπάρχετε ως Γονείς ;»
0ι γονείς καθώς πολλές φορές αισθάνονται ανεπαρκείς, καταφεύγουν στην υπερπροσφορά αγαθών και απολαύσεων χωρίς κανένα όριο. Άλλοι παραμένουν συναισθηματικά απόντες από την ζωή των παιδιών τους κι άλλοι τα εγκλωβίζουν τόσο πολύ που τα παιδιά μοιάζουν αιχμάλωτα από την ίδια τους την οικογένεια. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η αδυναμία των γονέων εξαιτίας των δικών τους αδιεξόδων, οδηγεί τα παιδιά σε ακραίες συμπεριφορές, όπου η απόλαυση γίνεται αυτοσκοπός και η ουσία της ζωής χάνει κάθε νόημα.
Συνεπώς, το ερώτημα που προκύπτει είναι πως μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο των γονιών, σε μια εποχή που όλα αλλάζουν ραγδαία.
Έχοντας κατακτήσει τον διάλογο και την επικοινωνία οι γονείς καλούνται μέσα από το προσωπικό τους βίωμα να μεταδώσουν στα παιδιά τους την Επιθυμία για Ζωή. Η Επιθυμία αυτή δεν ορίζεται ως μια ζωή γεμάτη απόλαυση, χωρίς Νόμο ( χωρίς περιορισμούς και όρια), χωρίς κατεύθυνση, χωρίς υπευθυνότητα, χωρίς στόχο. Γιατί με αυτόν τον τρόπο η Επιθυμία δημιουργεί μια ζωή άσκοπη χωρίς νόημα κι αυτό οδηγεί τα παιδιά σε κατάθλιψη, σε αίσθηση κενού, σε αδιαφορία για το μέλλον, τις σχέσεις και την καριέρα, σε παραβατική συμπεριφορά, σε εθισμό στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ, στο διαδίκτυο. Αντίθετα, όταν οι γονείς μπορούν να διδάξουν στα παιδιά τους την υπευθυνότητα , να τα εμπνεύσουν να έχουν στόχους και όραμα , να τους δείξουν πως μπορούν να είναι ανοιχτά προς τον πλησίον και την ζωή, να τους καλλιεργήσουν την ευρηματικότητα και την δημιουργία, τότε η Επιθυμία δημιουργεί ικανοποίηση και νοηματοδοτεί την ζωή.
Οι γονείς έχοντας μεταδώσει στα παιδιά τους από την παιδική ηλικία τις παραπάνω δεξιότητες, θα πρέπει καθώς μεγαλώνουν να τους επιτρέψουν να αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους. Να τα εμπιστευτούν και να τα αφήσουν ελεύθερα να επιχειρήσουν το ταξίδι της ζωής τους κι όχι το ταξίδι που οι γονείς επιθυμούν για τα παιδιά τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πίστη που ο γονιός έχει στο παιδί του, η οποία το κάνει να νιώθει άξιο και δυνατό να διαβεί την ζωή του όπως εκείνο επιθυμεί. Πρώτα όμως πρέπει ο γονιός να έχει πίστη στον δικό του εαυτό και να έχει ο ίδιος Επιθυμία για ζωή.
Επαναπροσδιορίζοντας λοιπόν τον ρόλο τους, αυτό που έχουν να δουν οι σημερινοί γονείς είναι πώς εγκαταλείποντας τον στείρο και αυστηρό ρόλο του παρελθόντος θα παραμείνουν Γονείς, οι οποίοι θα καθοδηγήσουν και θα εμπνεύσουν τα παιδιά τους προς τη δημιουργία μιας ζωής γεμάτης νόημα.
«…το πρώτιστο καθήκον-το πιο υψηλό και το πιο δύσκολο -των γονιών είναι να έχουν πίστη στο ακατανόητο μυστικό του παιδιού τους και στη μαγεία του. Να μην απαιτούμε η ζωή του να διαβεί ξανά τα δικά μας ίχνη, και το ίδιο να συμμεριστεί τα δικά μας ενδιαφέροντα, να επαναλάβει την δική μας ζωή.»
Massimo Recalcati
